Eco-Consultants S.A. Περιβαλλοντικές Μελέτες - Έρευνες - Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΚΗΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ ΣΤΟΥΣ ΑΠΟΦΟΙΤΟΥΣ ΤΩΝ ΙΤΑΛΙΚΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩΝ, ΟΠΩΣ ΑΠΟΤΥΠΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΤΟΥΣ ΕΡΓΟ

Νεα

Κυρίες και κύριοι.

Θα ήθελα να εκφράσω τις ευχαριστίες μου προς τη Διοίκηση του Συλλόγου Επιστημόνων Πανεπιστημίων Ιταλίας για την τιμή να με προσκαλέσει στο σημερινό βήμα για να παρουσιάσω την επίδραση της βιωματικής μου σχέσης με την Ιταλία στη συγγραφική μου δραστηριότητα, με επίκεντρο το βιβλίο μου «Έτσι δενόταν… η Καρμπονάρα. Μαρτυρίες ενός αριστεριστή για την αντιχουντική δράση των Ελλήνων φοιτητών στη Νότιο Ιταλία» (Εκδόσεις Παπαζήση, 2002), το οποίο διαφοροποιείται σαφώς από επιστημονική μου εργογραφία.

Το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα προσωπικό χρονικό της οκταετίας 1966–1974, η οποία καθόρισε τις σπουδές και την επαγγελματική μου αφετηρία, σημαδεύτηκε από το Πραξικόπημα του 1967, το γαλλικό Μάη του ’68 —ο οποίος στο ιταλικό πλαίσιο προσέλαβε χαρακτηριστικά καθολικής αμφισβήτησης, καθώς και από τις εξελίξεις που ακολούθησαν.

Σε αυτό παρουσιάζονται οι αντιχουντικές δραστηριότητες της ελληνικής κοινότητας στην Ιταλία, οι ιδεολογικές ζυμώσεις που προέκυψαν, οι οργανωτικές δομές που αναδύθηκαν, οι αντιδράσεις της δικτατορίας των συνταγματαρχών και η αντιμετώπιση τους από την ιταλική κυβέρνηση, την αστυνομία και τα πολιτικά κόμματα και οργανώσεις.

Μακριά από τις σκοπιμότητες και τις περιχαρακώσεις της Μεταπολίτευσης, το βιβλίο αυτό εκδόθηκε το 2002, δεκαετίες μετά τα βιώματα που το γέννησαν: 36 χρόνια μετά τη μετάβασή μου στην Ιταλία το 1966 για σπουδές και 28 χρόνια μετά την επιστροφή μου στην Ελλάδα το 1974.

Οι προπτυχιακές σπουδές μου στην Ιταλία ξεκίνησαν το ακαδημαϊκό έτος 1966–1967 στο Πανεπιστήμιο του Μπάρι και ολοκληρώθηκαν το 1970–1971 με τη λήψη πτυχίου Βιολογίας από το Πανεπιστήμιο της Μεσίνα.

Στο Μπάρι πραγματοποίησα και τη μεταπτυχιακή μου άσκησης, η οποία αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση ειδικότητας και την εγγραφή μου στο Μητρώο Βιολόγων.

Ως βιολόγος στην Ιταλία εργάστηκα στο Δημόσιο και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Ο τίτλος του βιβλίου μου «Έτσι δενόταν… η Καρμπονάρα» επιλέχθηκε σκόπιμα, προκειμένου να αντιδιαστείλει τις εμπειρίες μου από το πρότυπο του «λαϊκού αγωνιστή», το οποίο προδιαγραφόταν στο «Φροντιστήριο του Αγωνιστή» του ΚΚΕ και ενσαρκωνόταν στο πρόσωπο του Πάβελ Κορτσάγκιν, του μυθιστορηματικού ήρωα από το έργο του Ν. Οστρόβσκι «Έτσι δενόταν το ατσάλι».

Στο πρώτο συνθετικό του υπότιτλου, ο όρος «Μαρτυρίες» αποτυπώνει την άμεση εμπλοκή μου στα γεγονότα που περιγράφονται, η εγκυρότητα των οποίων έχει εξάλλου αποτιμηθεί και διασταυρωθεί από τη σύγχρονη ιστορική έρευνα (βλ. Ραφτόπουλος, Ρ. 2008, Αθανασίου. Α. 2023).

Η ιδεολογική μου συγκρότηση σφυρηλατήθηκε αρχικά στην Ελλάδα —μέσα από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, την Επιθεώρηση Τέχνης, το στρατευμένο θέατρο και τη Φωνή της Αλήθειας— και μετεξελίχθηκε στην Ιταλία, κάτω από την επίδραση των Πολιτικών και Λογοτεχνικών Εκδόσεων, της μαρξιστικής-λενινιστικής γραμματείας, της Σκέψης του Μάο Τσετούνγκ και των εκπομπών του Ραδιοφωνικού Σταθμού των Τιράνων, αλλά και μέσα από την ενεργό συμμετοχή μου στο Αγωνιστικό Μέτωπο Ελλήνων Εξωτερικού (ΑΜΕΕ), στα κινήματα και στις αναζητήσεις της εποχής.

Ο όρος «Αριστεριστής» στον υπότιτλο αποτελεί, στην πραγματικότητα, δάνειο από τις εκθέσεις του Γραφείου Εμπιστευτικών Υποθέσεων (UAR) του ιταλικού Υπουργείου Εσωτερικών. Η υπηρεσία αυτή διατηρούσε ανοιχτή γραμμή πληροφόρησης με το δίκτυο κατασκοπείας που είχε στήσει η αθηναϊκή χούντα στην Ιταλία. Στις εκθέσεις αυτές οι υπερβολές της ιταλικής ασφάλειας με χαρακτηρίζουν αρχικά ως πρωτεργάτη της αντιδικτατορικής οργάνωσης των Ελλήνων φοιτητών στο Μπάρι και αργότερα ως «ηγετικό στέλεχος» του κινήματος στη Μεσίνα. Μου απέδιδαν επίσης εξαιρετικές οργανωτικές ικανότητες και την ευχέρεια να συνδέω τον αγώνα για την ελληνική ελευθερία με τις ιταλικές πολιτικές ζυμώσεις μετά το 1968. Με θεωρούσαν ακόμα υποκινητή διαμαρτυριών και ένα ανατρεπτικό στοιχείο που «συνέβαλε καταλυτικά στη ριζοσπαστικοποίηση των εξωκοινοβουλευτικών αριστερών συλλογικοτήτων στη Νότια Ιταλία».

Η υιοθέτηση στον υπότιτλο του όρου «αντιχουντική δράση» προκρίθηκε έναντι της συμβατικής αναφοράς σε «αντιδικτατορική αντίσταση».

Με την επιλογή αυτή θεωρώ ότι αποδίδονται οι πραγματικές διαστάσεις στο μέγεθος της συμμετοχής των Ελλήνων φοιτητών σε δραστηριότητες κατά της δικτατορίας, η μυθοποίησή τους και οι «όψιμοι αγωνιστές», οι οποίοι εμφανίστηκαν μεταπολιτευτικά διεκδικώντας περγαμηνές ή καθοδηγητικούς ρόλους. Στον αντίποδα, η αναφορά στο βιβλίο επώνυμα των οργανικών πρωταγωνιστών, επιδιώκει, αφενός, να αποδώσει τον οφειλόμενο φόρο τιμής σε όσους απείχαν συνειδητά από την ιδεολογική εργαλειοποίηση της προσφοράς τους και αφετέρου, να καταστήσει ιστορικά ελέγξιμες τις μαρτυρίες μου. Επισημαίνεται χαρακτηριστικά ότι το ίδιο το απόγευμα του πραξικοπήματος, στη συγκέντρωση που συγκάλεσε ο Σύλλογος Ελλήνων Φοιτητών του Μπάρι, μεγάλο μέρος των παρισταμένων τάχθηκαν υπέρ των συνταγματαρχών, με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν βίαιες συγκρούσεις, οι οποίες κατεστάλησαν κατόπιν παρέμβασης της ιταλικής αστυνομίας. Επίσης ότι οι πρώτες μαζικές συμμετοχές Ελλήνων σε αντιδικτατορικές κινητοποιήσεις επί ιταλικού εδάφους εκδηλώθηκαν το 1973, υπό τον άμεσο απόηχο των γεγονότων της Νομικής και, πρωτίστως, της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Μέχρι τότε, η παρουσία τους σε συλλογικές εκδηλώσεις παρέμενε ισχνή. Περιοριζόταν κυρίως σε δράσεις που συντόνιζαν ιταλικά πολιτικά κόμματα ή εγχώριες οργανώσεις, με το διεκδικητικό πλαίσιο να εξαντλείται στην καταγγελία του καθεστώτος, του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ, καθώς και στην ηθική και υλική συμπαράσταση προς τους πολιτικούς κρατουμένους. Κατά κανόνα, η αντιστασιακή δραστηριότητα χαρακτηριζόταν από έντονη εσωστρέφεια· αναλωνόταν σε ιδεολογικές συζητήσεις κλειστού κύκλου, στην αυτομόρφωση, καθώς και στην έκδοση και παράνομη ταχυδρόμηση εντύπου υλικού σε αυστηρά επιλεγμένους παραλήπτες.

Επί μακρόν, οι προσπάθειες συγκρότησης μαζικών αντιστασιακών φορέων προσέκρουαν σε πολιτικές σκοπιμότητες. Προκειμένου να διασφαλίσουν τη στρατηγική τους ευελιξία, κάποιες κομματικές ηγεσίες πρόβαλλαν ως επιχείρημα ότι η μαζικοποίηση των οργανώσεων θα τις καθιστούσε ευάλωτες στη διείσδυση πρακτόρων της Ασφάλειας και της ΚΥΠ. Άλλων οι αντιρρήσεις αποσκοπούσαν στη μη διατάραξη των σχέσεών τους με ποικίλους κύκλους: από τους βασιλόφρονες και τους καιροσκόπους —οι οποίοι δήλωναν ιδιωτικά την αντίθεσή τους στη χούντα χωρίς να ρισκάρουν το παραμικρό— έως τους εγκάθετους του καθεστώτος στον Εθνικό Σύνδεσμο Ελλήνων Σπουδαστών Ιταλίας (ΕΣΕΣΙ).

Ο όρος «Νότια Ιταλία» στον υπότιτλο δεν έχει αποκλειστικά γεωγραφικό χαρακτήρα αναφορικά με τις πόλεις των σπουδών μου. Επιλέχτηκε για να αναδείξει το βαθύ ιστορικό, πολιτισμικό, γλωσσικό και κοινωνικοοικονομικό χάσμα μεταξύ των περιφερειών του Νότου και του Βορρά. Παράλληλα, εκφράζει την ιστορική συνείδηση του πληθυσμού του Νότου και των νησιών, ο οποίος βίωνε μια κατάσταση υποτέλειας και εκμετάλλευσης. Αυτή επιβλήθηκε από τη συμμαχία της βιομηχανικής ελίτ της Βόρειας Ιταλίας με την αριστοκρατία και τους γαιοκτήμονες του Νότου, ως απότοκο της ιταλικής ενοποίησης του 1860, όταν το Βασίλειο της Σαρδηνίας (με πρωτεύουσα το Τορίνο) προσάρτησε τα νότια κράτη. Η κατάκτηση αυτή προκάλεσε βίαιες αντιδράσεις. Καταλυτικό ρόλο διαδραμάτισε η εξόντωση χιλιάδων στρατιωτών του πρώην Βασιλείου των Δύο Σικελιών, οι οποίοι κρατούνταν αιχμάλωτοι υπό άθλιες συνθήκες σε οχυρά των Άλπειων. Οι στρατιώτες που κατόρθωσαν να επιστέψουν στις εστίες τους συγκρότησαν ένοπλα ανταρτικά σώματα και γιγάντωσαν το φαινόμενο της ληστοκρατίας. Το Βασίλειο της Ιταλίας απέστειλε στο Νότο τακτικές στρατιωτικές δυνάμεις από το Βορά και σύστησε σώματα εθνοφυλακής από τοπικούς υποστηρικτές του καθεστώτος. Οι κυβερνητικές δυνάμεις επιδόθηκαν στην πυρπόληση δασικών εκτάσεων για να στερήσουν από τους εξεγερμένους τα καταφύγιά τους και τα έκτακτα στρατοδικεία καταδίκαζαν τους συλληφθέντες σε θάνατο, επιβάλλοντας παράλληλα ισόβια δεσμά και καταναγκαστικά έργα στους συγγενείς και τους υποστηρικτές τους.

Ο διαχωρισμός Βορρά – Νότου θεωρείται ότι δημιούργησε και το πολιτικό υπόστρωμα της μεσοπολεμικής ανάδυσης και παγίωσης του φασιστικού καθεστώτος της περιόδου 1922 -1945, καθώς και ότι συνέβαλε στη μεταπολεμική ατιμωρησία των στελεχών του. Η ατιμωρησία αυτή πιστώνεται στην «Αμνηστία Τολιάτι» (1946), με την οποία ο κομμουνιστής ηγέτης και τότε Υπουργός Δικαιοσύνης της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας απάλλαξε τα μέλη του προηγούμενου καθεστώτος, διευκόλυνε την πολιτική τους αποκατάσταση και την ανάδειξή τους στα ανώτατα νομοθετικά όργανα της χώρας.

Κατά την παραμονή μου στην Ιταλία, η αντιπαραβολή του συγκροτημένου από το κλασικό λύκειο και την ιδεολογία της μεταπολεμικής Αριστεράς πολιτισμικού μου υπόβαθρου με το κοινωνικοοικονομικό και εκπαιδευτικό περιβάλλον της χώρας υποδοχής, αποκάλυψε μια βαθιά δομική ασυμβατότητα, κλόνισε τις παγιωμένες μου βεβαιότητες και τροφοδότησε έναν έντονο προβληματισμό μου για τις μελλοντικές εξελίξεις.

Ως βασική συνιστώσα στη διαμόρφωση της προσωπικότητά μου αναγνωρίζω την επίδραση των εξελίξεων και τα δρώμενα στην ιταλική πολιτική σκηνή. Επίσης τον προβληματισμό στις πανεπιστημιακές αίθουσες και τα εργαστήρια όπου η εμβάθυνση στην επιστήμη επέβαλε έναν αδυσώπητο ορθολογισμό, ο οποίος απορρίπτει τα δόγματα, απαιτώντας αποκλειστικά ποσοτικά δεδομένα και πειραματική επαλήθευση. Τη δεκαετία του 1970 η Ιταλία συγκλονίστηκε από μεγάλες προοδευτικές μεταρρυθμίσεις όπως την ψήφιση του Καταστατικού Χάρτη των Εργαζομένων και την άρση των ταξικών φραγμών στην ανώτατη εκπαίδευση. Οι εξελίξεις αυτές συνοδεύτηκαν από τυφλά τρομοκρατικά χτυπήματα που αποσκοπούσαν να εκφοβίσουν την κοινωνία και να προλειάνουν το έδαφος για ένα αυταρχικό καθεστώς.

Την ίδια περίοδο αναδύθηκε και ένα κίνημα καταλήψεων αστικών ακινήτων και «απαλλοτριώσεων» αγαθών από μεγάλα εμπορικά καταστήματα, το οποίο εκφράστηκε παράλληλα μέσα από την αυθαίρετη μείωση των ενοικίων και των λογαριασμών κοινής ωφέλειας. Στις ακραίες του εκφάνσεις, το κίνημα αυτό διολίσθησε στην ένοπλη βία και σε στοχευμένες δολοφονίες κρατικών λειτουργών.

Σε επίπεδο πολιτικής θεωρίας, το κίνημα αυτό αποστασιοποιήθηκε πλήρως από την παραδοσιακή μαρξιστική αντίληψη για την εργατική τάξη, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους της ταξικής πάλης στους ανειδίκευτους εργάτες με καταγωγή από το Νότο, τους φοιτητές, τους ανέργους και τα περιθωριοποιημένα κοινωνικά στρώματα. Υπό αυτό το θεωρητικό πρίσμα, οι εργατικοί αγώνες δεν όφειλαν πλέον να εγκλωβίζονται σε στενά οικονομικά αιτήματα ή στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας· αντίθετα, όφειλαν να στοχεύουν στην άμεση υπονόμευση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και στην καθολική άρνηση της αλλοτριωμένης εργασίας.

Η τροπή αυτή πυροδότησε την έντονη αντίδραση των παραδοσιακών εργατικών συνδικάτων και των κομμάτων της θεσμικής Αριστεράς, τα οποία αντιμετώπισαν δυναμικά το κίνημα αυτό. Ενδεικτικά, το 1972, οι τρεις μεγάλες συνομοσπονδίες εργατικών συνδικάτων της Ιταλίας συγκρότησαν κοινή συνομοσπονδία, επιχειρώντας να αναχαιτίσουν αυτές τις αυθόρμητες κινητοποιήσεις. Παράλληλα, το Κομμουνιστικό Κόμμα εγκατέλειψε οριστικά την προοπτική σχηματισμού αμιγώς «αριστερών κυβερνήσεων», διαμορφώνοντας την πρόταση για μια ευρεία πολιτική συνεργασία με το κόμμα της Χριστιανικής Δημοκρατίας — μια στρατηγική επιλογή που έμεινε ιστορικά γνωστή ως «Ιστορικός Συμβιβασμός».

Τα στελέχη των ελληνικών αντιδικτατορικών φορέων στην Ιταλία παρακολουθούσαν στενά τις αναδυόμενες πολιτικές θέσεις, τους προβληματισμούς και τις πρακτικές και συμμετείχαν ενεργά σε μαζικές εκδηλώσεις, στηρίζοντας ανοιχτά ανάλογες ιταλικές δυνάμεις. Υπό αυτό το πρίσμα, η θεωρητική αρχή της μη ανάμειξης στα εσωτερικά ξένων κομμάτων παραμεριζόταν, καθώς τα δίκτυα αμοιβαίας υποστήριξης ήταν πλέον εμφανή.

Οι σχέσεις αυτές λειτούργησαν ως καταλύτης στις ιδεολογικές αναζητήσεις του ελληνικού αντιδικτατορικού κινήματος. Η πρόταση της «εργατικής αυτονομίας» απορρίφθηκε σχεδόν καθολικά ως πολιτικά αλυσιτελής ενώ η στρατηγική του «ιστορικού συμβιβασμού» απορρίφθηκε από το ΚΚΕ και έγινε αποδεκτή μόνο από το ΚΚΕ εσωτερικού. Το κόμμα αυτό αναγνώρισε στο ιταλικό υπόδειγμα το αναγκαίο θεωρητικό υπόβαθρο για τη συγκρότηση ευρέων, πολυσυλλεκτικών συμμαχιών χωρίς αποκλεισμούς. Το ΠΑΚ δεν εξέφρασε δημόσια θέση για τα προβλήματα που προκαλούσε ο «ιστορικός συμβιβασμός» στη συγκρότηση μιας «Αριστερής» συμμαχίας με ορίζοντα την ανατροπή της δικτατορίας και τη μεταδικτατορική διαχείριση της εξουσίας. Οι υπόλοιπες οργανώσεις, αν και υποστήριζαν φραστικά τα μετωπικά σχήματα, επέλεξαν μια στρατηγική εκκρεμότητας· παρέπεμπαν τις τελικές αποφάσεις για τη μορφή της εξουσίας στην περίοδο μετά την πτώση του καθεστώτος. Στην ιδεολογική τους φαρέτρα, το ΕΑΜ συνιστούσε το απόλυτο θετικό υπόδειγμα, ενώ η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου του 1944 το αντίστοιχο αρνητικό.

Σε προσωπικό επίπεδο, η σύγκριση προσεγγίσεων μεταξύ των ιταλικών και των ελληνικών οργανώσεων μου εμπέδωσε την άποψη για παντελή απουσία στο ελληνικό κίνημα επεξεργασμένων θέσεων αναφορικά με τις συμμαχίες που θα συνέβαλλαν στην κατάλυση του καθεστώτος και τη μετέπειτα διακυβέρνηση της χώρας.

Καθοριστικό εφόδιο μου αποτελεί και η εμπειρία που αποκόμισα από την επαγγελματική μου απασχόλησή στους τομείς της υγείας και της εκπαίδευσης και σε ιταλικές επιχειρήσεις. Στο απαιτητικό αυτό περιβάλλον, τα ακαδημαϊκά προσόντα εξασφάλιζαν μεν οικονομικές απολαβές, συνεπάγονταν όμως υψηλά πρότυπα επαγγελματικής επάρκειας και αυξημένες ευθύνες.

Οι διαφορές της ιστορικής εξέλιξης του Βορρά και του Νότου της Ιταλίας και με τη χώρα μας συνεπάγονται διαφορές και στα εκπαιδευτικά τους συστήματα.

Το 1966 το ποσοστό των νέων που επέλεγε να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο ήταν μεγαλύτερο στη Νότια Ιταλία σε σχέση με τη Βόρεια και προέρχονταν κυρίως από τα μεσαία στρώματα των πόλεων και, σε δεύτερο βαθμό, από τα αντίστοιχα της επαρχίας.

Η συμμετοχή στη σύνθεση των φοιτητών στο Βορά και στο Νότο των γόνων της μεγαλοαστικής τάξης, ευγενών και γαιοκτημόνων αλλά και του βιομηχανικού και αγροτικού προλεταριάτου εμφάνιζε εξίσου χαμηλά ποσοστά εκπροσώπησης.

Η ταξική προέλευση και το φύλο των φοιτητών διέφεραν σημαντικά ανά σχολή, καθώς συναρτώταν άμεσα με τους περιορισμούς εισαγωγής και το κόστος σπουδών.

Η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο προβλεπόταν χωρίς εξετάσεις για το σύνολο των αποφοίτων της δευτεροβάθμια εκπαίδευσης (λύκεια ή τεχνικές σχολές) οι σπουδές στα οποία χαρακτηρίζονταν από υψηλό βαθμό δυσκολίας και συχνές επαναλήψεις τάξεων. Δικαίωμα εισαγωγής όμως σε όλες τις πανεπιστημιακές σχολές απολάμβαναν αποκλειστικά οι απόφοιτοι των Κλασικών Λυκείων, που κατά πλειονότητα ανήκαν σε ιδρύματα της Καθολικής Εκκλησίας. Οι απόφοιτοι των Πρακτικών Λυκείων αποκλείονταν από τις θεωρητικές κατευθύνσεις, ενώ οι αντίστοιχοι των Τεχνικών και Επαγγελματικών Λυκείων περιορίζονταν αυστηρά στις Πολυτεχνικές και Οικονομικές Σχολές.

Η επιλογή σχολής από τους γόνους της αστικής τάξης, των ευγενών και των γαιοκτημόνων υπάκουε κυρίως σε κριτήρια κοινωνικού κύρους και παράδοσης, όπως για παράδειγμα στη Ιατρική, όπου οι πανεπιστημιακές έδρες και οι διευθυντικές θέσεις στα νοσοκομεία παρουσίαζαν έντονα στοιχεία κληρονομικής διαδοχής.

Το 1966 η Νομική κατείχε τα πρωτεία κύρους και ακολουθούσαν το τμήμα Κλασικής Φιλοσοφίας, η Ιατρική και τμήματα της Σχολής Θετικών Επιστημών. Πιο κάτω στην ιεραρχία τοποθετούνταν οι σχολές Μηχανικών. Στη βάση της κατάταξης βρίσκονταν οι Σχολές Επιστημών της Αγωγής και όλες οι άλλες.

Η προέλευσή της πλειονότητας των φοιτητών από τα μεσαία στρώματα κατεύθυνε την εγγραφή τους στις σχολές τετραετούς φοίτησης που εξασφάλιζαν διορισμό στο Δημόσιο, με τις προτιμήσεις ανδρών και γυναικών να παρουσιάζουν σαφή διαφοροποίηση.

Το 1966, στην κορυφή της φοιτητικής κατανομής αναδεικνύονταν οι Σχολές Επιστημών της Αγωγής με 33%. Τη σκυτάλη έπαιρναν οι Οικονομικές (20%), οι Σχολές Θετικών Επιστημών (15%) και οι σχολές Μηχανικών (12%). Χαμηλότερα ποσοστά συγκέντρωναν η Νομική και η Φιλοσοφική (10%), η Ιατρική και η Φαρμακευτική (9%), ενώ το ποσοστό στη Γεωπονική και στη Κτηνιατρική περιοριζόταν στο 1%.

Οι άνδρες κυριαρχούσαν σχεδόν απόλυτα στις σχολές Θετικών Επιστημών (95%), Μηχανικών και Γεωπονίας (80%). Η ανδρική εκπροσώπηση μειωνόταν στο 60% στη Νομική, τη Φιλοσοφική και την Ιατρική, στο 55% στις Οικονομικές επιστήμες, και περιοριζόταν στο ελάχιστο 5% στις Σχολές Επιστημών της Αγωγής.

Η φοιτητική ιδιότητα παρείχε δικαίωμα σίτισης στη Φοιτητική Εστία (με μηνιαίο κόστος περίπου 35 δολάρια), μειωμένο κόμιστρο στις αστικές συγκοινωνίες και το σιδηρόδρομο, πρόσβαση στις βιβλιοθήκες, στις εγκαταστάσεις του κολυμβητηρίου, του ιπποδρομίου και του σκοπευτηρίου, κοινωνικό τουρισμό σε θέρετρα και χιονοδρομικά κέντρα, καθώς και προνομιακές τιμές σε πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Η φοίτηση στα ιταλικά πανεπιστήμια επιβαρυνόταν με ετήσιο τέλος εγγραφής, δίδακτρα, δαπάνες εργαστηριακών ασκήσεων και εξέταστρα, καθώς και με τα έξοδα υγειονομικής ασφάλισης, αστικής ευθύνης, χρήσης βιβλιοθήκης και συμμετοχής σε αθλητικές και μορφωτικές δραστηριότητες. Επίσης με πρόστιμα στην περίπτωση επανάληψης εξετάσεων. Το συνολικό κόστος των παραπάνω δαπανών εξαρτιόταν από τη Σχολή φοίτησης και κυμαινόταν από 50 έως 100 δολάρια ΗΠΑ το έτος.

Για λόγους σύγκρισης, την ίδια περίοδο, το ετήσιο εισόδημα των εργαζομένων ανερχόταν σε 850–1.600 δολάρια στην Ελλάδα και σε 1.500–1.800 δολάρια στην Ιταλία και ότι το μηνιαίο συνάλλαγμα που λάμβανα από τους οικείους μου ήταν 100 δολάρια.

Στο πανεπιστήμιο, η παρακολούθηση των παραδόσεων, των φροντιστηριακών μαθημάτων και των εργαστηρίων είχε τότε υποχρεωτικό χαρακτήρα. Κατά την προσέλευση, ο έλεγχος των φοιτητικών ταυτοτήτων και η καταγραφή των παρουσιών διενεργούνταν από κλητήρα, βοηθό ή, ενίοτε, από τον ίδιο τον καθηγητή.

Η μη συμμόρφωση προς τον ενδυματολογικό κώδικα (καθαρή και σιδερωμένη λευκή μπλούζα) και η έλλειψη του απαραίτητου εξοπλισμού (ελαστικά γάντια, νυστέρια, λαβίδες, διαβήτες, τρίγωνα, γραμμοσύρτες κ.ά.) συνεπάγονταν τον αποκλεισμό από το μάθημα, όπως ακριβώς συνέβαινε και στις εξετάσεις για όσους άνδρες δεν φορούσαν γραβάτα και για όσες γυναίκες δεν είχαν ανάλογη αμφίεση.

Παράλληλα, το κάπνισμα, η ομιλία στην αίθουσα, η παράλειψη έγερσης κατά την είσοδο του καθηγητή, καθώς και η αποφυγή χειροκροτήματος με τη λήξη της διδασκαλίας, συνιστούσαν παραπτώματα που δημιουργούσαν συνέπειες.

Το πλαίσιο των εξετάσεων περιελάβανε αποκλειστικά τη διενέργεια δημόσιων και προφορικών δοκιμασιών ενώπιον τριμελούς επιτροπής, υπό την προεδρία του διδάσκοντος. Η συμμετοχή στις εξετάσεις προϋπέθετε τη μη υπέρβαση του ορίου απουσιών, την ευδόκιμη ολοκλήρωση γραπτών και εργαστηριακών ασκήσεων, καθώς και τη συμμόρφωση προς ρήτρες υποχρεωτικής αλληλουχίας μαθημάτων. Δεν υπήρχαν μοναδιαίο σύγγραμμα, αναλυτικός προσδιορισμός της εξεταστέας ύλης και τα αποτελέσματα των εξετάσεων ανακοινώνονταν επιτόπου. Η αρχική αποτυχία σε κάποιο μάθημα επέσυρε χρηματικό πρόστιμο, ενώ η επανάληψή της συνεπαγόταν την αυτοδίκαιη διαγραφή του φοιτητή. Εντούτοις, η ρήτρα αυτή παρέμενε πρακτικά ανενεργή, καθώς η αποτυχία δεν καταγραφόταν.

Σοβαρά προβλήματα προκαλούσε, επίσης, η υποχρεωτική αλληλουχία των εξετάσεων· η παραβίασή της στερούσε τη δυνατότητα εγγραφής στο τρίτο έτος σε ορισμένες σχολές, ενώ στο σύνολο του ιδρύματος απέκλειε την αποφοίτηση. Τα προβλήματα αυτά επηρέαζαν μεγάλο αριθμό Ελλήνων φοιτητών σε Σχολές Μηχανικών, οι οποίοι συνωστίζονταν στο 2ο έτος και στην αναμονή λήψης πτυχίου μετά το 5ο έτος σπουδών.

Ορισμένοι από τους παραπάνω περιορισμούς, όπως οι ενδυματολογικοί κανόνες και τα κριτήρια εγγραφής βάσει απολυτηρίου, καταργήθηκαν μετά το 1968. Σε συγκεκριμένες σχολές ορισμένων πανεπιστημίων υπήρξε και μια περίοδος πρόσκαιρης αναστάτωσης από φοιτητικές κινητοποιήσεις. Βαθιές τομές στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση στην Ιταλία έγιναν το 1999, με τη θεσμοθέτηση δύο αυτόνομων κύκλων σπουδών που οδηγούν σε διαφορετικούς τίτλους και επαγγελματικά δικαιώματα.

Η κατοχή πανεπιστημιακού τίτλου στην Ιταλία δεν εξασφάλιζε τότε ούτε σήμερα το δικαίωμα διορισμού στο Δημόσιο ούτε άσκησης επαγγέλματος. Η ύπαρξη τίτλου αποτελεί προϋπόθεση συμμετοχής των κατόχων τους σε αυστηρούς διαγωνισμούς επάρκειας —σε ορισμένες περιπτώσεις έπειτα από διετή πρακτική άσκηση— και προϋπόθεση για την εγγραφή τους σε ειδικά μητρώα ή επετηρίδες. Τα επαγγελματικά μητρώα υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ασκούν πρωτίστως πειθαρχική δικαιοδοσία και στο διοικητικό τους όργανο προΐσταται ανώτατος δικαστικός.

Τα όσα προανέφερα πιστεύω να ανέδειξαν την καθοριστική συμβολή που είχαν στη μετέπειτα πορεία μου στην Ελλάδα και στο συγγραφικό μου έργο η παραμονή στις συνθήκες που περιέγραψα, οι σπουδές και η άσκηση του επαγγέλματος στην Ιταλία .

Πρόθυμος για κάθε διευκρίνιση.

Γιώργος Βαβίζος

Σωκράτους 15, Χολαργός 155 62.

Email: vavizos@eco-consultats.gr

Τηλ. 6937 467 856

Συστημα περιηγησης Ecopath

ecopath

Γνωρίστε τη φύση της Ελλάδας
με το σύστημα Ecopath από
την Eco-Consultants S.A.